Γυναικεία Υπογονιμότητα

Female Infertility

Γυναικεία Υπογονιμότητα

Η επιτυχημένη εμφύτευση ενός εμβρύου και η υγιής ανάπτυξη του στη μήτρα εξαρτώνται άμεσα από την κανονική λειτουργία των ακόλουθων διαδικασιών:

Ένα οργανωμένο σύστημα ορμονικής αλληλεπίδρασης που αποσκοπεί στο συντονισμό της κανονικής ωορρηξίας, την ανάπτυξη και ωρίμανση γενετικά και δομικά υγιών ωαρίων τα οποία να έχουν τη δυνατότητα να γονιμοποιηθούν από υγιή σπερματοζωάρια μέσα σε ανοικτές και λειτουργικές σάλπιγγες και να εξελιχθούν σε πρώιμα έμβρυα με άριστο δυναμικό σύλληψης από μια μήτρα βέλτιστου μεγέθους και περίγραμματος.

Κάθε κληρονομική ή επίκτητη κατάσταση η οποία μπορεί να θέσει σε κίνδυνο την κανονική λειτουργία αυτών των μηχανισμών δύναται να προκαλέσει υπογονιμότητα στη γυναίκα.

Με τη γέννησή του και δεδομένου ότι δεν παρουσιάζει κάποια σχετική γενετική προδιάθεση, ένα παιδί θηλυκού γένους έχει στις ωοθήκες του περισσότερα από 2 εκατομμύρια μικρά θυλάκια που το καθένα περιέχει ένα ανώριμο ωάριο. Κατά την εφηβεία (~ 12 ετών), τα περισσότερα από αυτά ατροφούν και χάνονται μειώνοντας το ωοθηκικό απόθεμα σε περίπου 350 – 400,000. Για κάθε μήνα μετέπειτα, υπολογίζεται ότι 1,000 θυλάκια χάνονται μέσα από μια διαδικασία γνωστή ως ατρησία, ενώ ένα μόνο ωοθυλάκιο (ή σπανιως δύο) προχωρεί σε πλήρη ωρίμανση κι επομένως απελευθερώνει ένα ωάριο.

Η απώλεια αυτή των ωαρίων δεν εξαρτάται από τον τρόπο ζωής ενός ατόμου, ούτε περιορίζεται λόγω οποιασδήποτε παραγωγής ορμονών, συμπληρώματα διατροφής ή ρην χορήγηση αντισυλληπτικών σκευασμάτων.

Μια γυναίκα μπορεί να καταστεί υπογόνιμη λόγω:

  • Γενετικών προδιαθέσεων
  • Ενδοκρινικών διαταραχών
  • Μηχανικών προβλημάτων
  • Ανοσολογικών προβλημάτων

Γενετικοί Λόγοι

Είναι γεγονός ότι η γονιμότητα στη γυναικα μειώνεται με την πάροδο της ηλικίας και το φαινόμενο αυτό οφείλεται σε δύο κύριους λόγους: την εξάντληση του ωοθηκικού αποθέματος και την ευθραστότητα της χρωμοσωμικής δομής του υπάρχοντος αριθμού ωαρίων. Συνιστάται όπως ένα ζευγάρι επισκεφθεί έναν ειδικό για μια αρχική αξιολόγηση εάν μετά από 13 μήνες τακτικής σεξουαλικής επαφής χωρίς προστασία αποτύχει να συλλάβει, δεδομένου ότι η σύζυγος/σύντροδος είναι μέχρι 34 ετών, ενώ η περίοδος αυτή μειώνεται σε 6 μήνες, όταν η ηλικία είναι 35 ή περισσότερο. Για τις γυναίκες οι οποίες είναι πάνω από 40, οι πιθανότητες μειώνονται αισθητά και η γονιμότητα αυτών των ατόμων θα πρέπει να διερευνηθεί σχεδόν αμέσως. Η ανάπτυξη χρωμοσωμικών ανωμαλιών στο έμβρυο είναι σχεδόν πάντα συνεπεία της ηλικίας της μητέρας. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι μια γυναίκα γεννιέται με το πλήρες συμπλήρωμα των ωαρίων της κι αυτός ο αριθμός σμικρύνεται με τη πάροδο του χρόνου σε αντίθεση με τον άνδρα, όπου η δυναμική διαδικασία της σπερματογένεσης παράγει νέα σπερματοζωάρια συνεχώς. Κατά τη διαδικασία της τελικής ωρίμανσης τους, τόσο στις ωοθήκες όσο και στους όρχεις, τα ανώριμα ωάρια και σπερματοζωάρια αντίστοιχα ακολουθούν μια σειρά κυτταρικών διαιρέσεων (μίτωσης και μείωσης). Γονιμοποίηση μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσω της αλληλεπίδρασης ώριμων γαμετών. Οι χρωμοσωμικές ανωμαλίες συνήθως προκύπτουν λόγω λαθών που συμβαίνουν κατά τη διάρκεια των κυτταρικών διαιρέσεων αυτών. Το ωάριο ή το σπερματοζωάριο κατά τη τελική τους ωρίμανση μπορεί να αποκομίσουν ή/και να απολέσουν ένα ή και περισσότερα χρωματοσώματα κι επομένως κατά τη γονιμοποίηση η γενετική συνθεση που προκύπτει να είναι λανθασμένη, με αποτέλεσμα το πρόωρο τερματισμός της ανάπτυξης του εμβρύου ή τη μετέπεια αποβολή ή ακόμη και τη γέννηση ενός γενετικά προβληματικού ατόμου (π.χ. Σύνδρομο ‘Dawn’). Παρόμοια γενετικά προβλήματα αλλά σε μικρότερο βαθμό, μπορεί να προκύψουν συνεπεία μιας μη φυσιολογικής κυτταρικής ανάπτυξης μετά τη γονιμοποίηση (de novo).

Ενώ η φύση ανιχνεύει συνηθέστερα την χρωμοσωμική ανισορροπία που προκύπτει και τερματίζει σχετικά γρήγορα την ανάπτυξη του εμβρύου, περιστασιακά η ελαττωματική χρωμοσωμική δομή ενός εμβρύου περνά απραρατήρητη με επακόλουθο τη γέννησης ενός γενετικά προβληματικού ατόμου. Οι εξελίξεις της εργαστηριακής ιατρικής σήμερα καθιστούν γρηγορα την αναπτυξη του εμβρύου, περιστασιακαη ελαττωματικη χρωμοσωμικη δομη ενος εμβρυου περνα απαρατηρητημε επακολουθο τη γεννηση ενος γενετικα προβληματικου ατομου. Οι εξελίξειςτης εργαστηριακής ιατρικής σήμερα καθιστούν εφικτή τη διερεύνηση της χρωμοσωμικής δομής των εμβρύων που δημιουργούνται εξωσωματικώς επιτρέποντας με το τρόπο αυτό την ανίχνευση κι απόρριψη των γενετικά ελαττωματικών.

Ενδοκρινικοί Παράγοντες

Οι κύκλοι εμμήνου ρύσεως (περιόδου) ρυθμίζονται μέσω της αλληλεπίδρασης ορμοών που εκκρίνονται από τους αδένες του υποθαλάμου και της υπόφυσης. Με την έναρξη της περιόδου, ο υποθάλαμος απελευθερώνει την ορμόνη LHRH η οποία με τη σειρά της προκαλεί την έκκριση της ορμόνης FSH από την υπόφυση. Η FSH επιδρά απ’ ευθείας στις ωοθήκες εξαναγκάζοντας την ανάπτυξη ενός αριθμού ωοθυλακίων (20-50). Μόνο ένα ή μερικές φορές δύο (πολύ σπάνια τρία) απ’ αυτά τα ωοθυλάκια θα συνεχίζουν να αναπτύσσονται, ενώ τα υπόλοιπα θα ατροφίσουν. Εξειδικευμένα κύτταρα μέσα στα ωοθυλάκια (κοκκώδη κύτταρα) ξεκινούν να εκκρίνουν την οιστραδιόλη, ορμόνη η οποία στοχεύει στην ανάπτυξη του ενδομητρίου (εσωτερικός ιστός της μήτρας). Η αύξηση στο μέγεθος του ωοθυλακίου είναι ανάλογη με το βαθμό έκκρισης της οιστραδιόλης. Σε μια συγκεκριμένη συγκέντρωση (~ 300 pmol / l), η οιστραδιόλη θα ειδοποιήσει την υπόφυση ενεργοποιώντας τη να απελευθερώσει τη δεύτερη αναπαραγωγική ορμόνη (LH), η οποία προκαλεί την ωοθυλακιορρηξία. Το ώριμο ωάριο περνά μέσα στη σάλπιγγα ενώ ταυτόχρονα το ωοθυλάκιο ξεκινά την έκκριση μιας δεύτερης ορμόνης (προγεστερόνη), η οποία είναι υπεύθυνη για την προετοιμασία της μήτας για εμφύτευση του εμβρύου και την επακόλουθη ανάπτυξή του.

Η FSH, όταν αξιολογηθεί στις αρχές του κύκλου (συνήθως την 2ηή 3ηημέρα) και πριν από την αυξήση της οιστραδιόλης (145 pmol / l ή λιγότερο) αποτελεί μια ισχυρή ένδειξη του αριθμού των ωαρίων στις ωοθήκες μιας γυναίκας, ενώ ο δείκτης της LH όταν είναι σταθερά υψηλός για την ίδια ημέρα, μπορεί να αποτελεί ένδειξη μη φυσιολογικής λειτουργίας των ωοθηκών. Ενώ αυτό συνήθως παρατηρείται κατά την εμμηνόπαυση, όταν διαγνωσθει κατά τη διάρκεια των αναπαραγωγικών ετών μπορεί να σχετίζεται με μια σειρά από σύνδρομα που συνδέονται με ωοθηκική δυσγένεση όπως το σύνδρομο Turner, σύνδρομο Swyer, το σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών, συγγενή υπερπλασία των επινεφριδίων ή μπορεί να υποδηλώνει την αρχή πρόωρης εμμηνόπαυσης. Από την άλλη πλευρά έαν επανειλημμένα η έκκριση της LH προυσιάζεται μειωμένη, η κατάσταση αυτή μπορεί να σχετίζεται με αμηνόρροια (απουσία εμμήνου ρύσεως), μη φυσιολογική λειτουργία του αδένα της υπόφυσης ή / και του υποθάλαμου, η συνέπεια μιας διατροφικής διαταραχής ή λόγω αυξημένης έκκρισης προλακτίνης (υπερπρολακτιναιμία). Η αύξηση προλακτίνης στην κυκλοφορία του αίματος αναστέλλει την παλμική έκκριση της LHRH από τον υποθάλαμο και κατά συνέπεια την απελευθέρωση της FSH και LH από την υπόφυση με αποτέλεσμα διαταραχές στη περιοδο. Η κατασταση αυτη μπορεί εύκολα να αναστραφεί με τη χρήση απλών φαρμάκων που έχουν σαν στόχο την ομαλοποίηση των επιπέδων της προλακτίνης και την αποκατάσταση της κανονικής λειτουργίας των ωοθηκών.

Η TSH ειναι μια άλλη ορμόνη που παράγεται από την υπόφυση κι η οποια διεγείρει το θυρεοειδή αδένα ούτως ώστε να παράξει θυροξίνη (επίσης γνωστή σαν Τ4) και, στη συνέχεια, τριιωδοθυρονίνης (Τ3). Οι δύο αυτες ορμόνες ρυθμίζουν το μεταβολισμό σχεδόν κάθε ιστού στον οργανισμό.

Η υπολειτουργία ή υπερλειτουργία του θυρεοειδούς (υποθυρεοειδισμός και υπερθυρεοειδισμός, αντίστοιχα) έχει σαν αποτέλεσμα το διαταραγμένο μεταβολισμό του οργανισμού κι ενώ μια γυναίκα μπορεί να μείνει έγκυος, η σύλληψη δεν θα προχωρήσει. Η μη φυσιολογική λειτουργία του θυρεοειδούς μπορεί να αποκατασταθεί με τη χρήση συγκεκριμένων φαρμάκων.

Ενώ η FSH, όταν αξιολογηθει στην αρχικη φάση του κύκλου αποτελεί δείκτη του αποθέματος των ωαρώιν στις ωοθήκες μιας γυναίκας, η ΑΜΗ πέραν του ότι επιβεβαιώνει κατά πόσο η τιμή της FSH είναι ενδεικτική, αποτελεί προγνωστικό παράγοντα αναφορικά με το δυναμικό του υφιστάμενου αριθμού ωαρίων να εξασφαλίσει εγκυμοσύνη. Όσο πιο αυξημένη είναι η τιμή της ΑΜΗ, τόσο πιο ψηλό το δυναμικό των ωαρίων να εξασφαλίσουν εγκυμοσύνη. Είναι σημαντικό, ωστόσο, να αναγνωρίσουμε ότι ο έλεγχος της ΑΜΗ από μόνος του μπορεί να είναι παραπλανητικός καθώς ψηλά επίπεδα μπορεί να συνδέονται με το σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών. Γι’αυτό το λόγο και για να μπορεί να διαπιστωθεί αντικειμενικά το επίπεδο γονιμότητας μιας γυναίκας επιβάλλεται η αξιολόγηση όλων των σχετικών ορμονών σε συνδυασμό με ένα κολπικό υπερηχογράφημα (κατά προτίμηση μεταξύ της 4-6 ημέρας του κύκλου) ούτως ώστε η κατάσταση των οωθηκών να μπορεί να αξιολογηθεί κλινικά αναφορικά με το μεγεθός τους, την υφή τους και τον υπάρχοντα αριθμό ωοθυλακίων σ’ αυτές.

Πολυκυστικές Ωοθήκες (PCO) και Σύνδρομο Πολυκυστικών Ωοθηκών (PCOS)

Normal

Polycystic

Οι γυναίκες με πολυκυστικές ωοθήκες που δεν εκδηλώνουν το σύνδρομο συνδέεται με ένα ευρύ φάρμα συμπτωμάτων τα σημαντικότερα από τα οποία είναι αυξημένα ανδρογόνα, ακανόνιστοι κύκλοι περιόδου, ανωορρηξία και αντίσταση στην ινσουλίνη. Η ανωορρηξία αποτελεί το λόγο τις τις ακανόνιστες περιόδους, αμηννόροια κι υπογονιμίοτητα, ενώ η ορμονική ανισορροπία που παρατηρείται κι η αυξημένη παραγωγή ανδρογόνων συνδέεται με υπερτρίχωση κι ακμή. Η αντίσταση στην ινσουλίνη έχει σαν αποτέλεσμα την αύξηση στο σωματικό βάρος (δυσανάλογο προς τον όγκο της κατανάλωσης τροφής) με τελική απόλειξη την παχυσαρκία. Τα άτομα με σύνδρομο πολυκυστικών οωθηκών και τα οποία είναι παχύσαρκα θεωρούνται υψηλού κινδύνου για ανάπτυξη διαβήτη τύπου ΙΙ πριν από την έναρξη της εμμηνόπαυσης.

Μηχανικοί Παράγοντες

Οι κύριοι μηχανικοί παράγοντες που σχετίζονται με την υπογονιμότητα στη γυναίκα είναι η απόφραξη των σαλπίγγων. Αναπόφευκτα η φυσιολογική σύνδεση των ωοθηκών και της μήτρας και επομένως η ένωση σπερματοζωαρίων κι ωαρίων καθιστάται αδύνατη. Η απόφραξη των σαλπίγγων μπορεί να προκύψει από μόλυνση (σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα π.χ. χλαμύδια και γονόρροια) ή μετά από χειρουργικές επεμβάσεις στην πύελο, με επακόλουθο σχηματισμό συμφύσεων και ουλώνω ιστών στις περιοχές που επηρεάζονται, ενώ μπορεί επίσης να οφείλεται σε συγγενείς ανωμαλίες ή ενδομητρίωση. Η παρουσία συμφύσεων μπορεί επίσης να επηρεάσει την ομαλή λειτουργία και την κινητικότητα των οωθηκών επηρεάζοντας τη συνεργιστική σύνδεση που έχουν με τις σάλπιηηες περιορίζοντας την πρόσβαση των τελευταίων προς το ωάριο αμέσως μετά την ωορρηξία.

Επιπλέον, συμφύσεις μπορούν να σχηματιστού μέσα στη μήτρα επηρεάζοντας αρνητικά την ανάπτυξή της αλλά και την αποδεκτικότητά της προς το έμβρυο. Συμφύσεις επίσης οι οποίες μπορούν να σχηματιστούν εντός του τραχήλου της μήτρας συνηθέστερα λόγω προηγούμενων χειρουργικών επεμβάσεων, μπορούν να περιορίσουν την κανονική πρόοδο των σπερματοζωαρίων μέσα στη μήτρα κι επομένως στις σάλπιγγες μέτα την εκσπερμάτωση.

Ανεξαρτήτως εάν μόνο μια σάλπιγγα ανοικτή αρκεί για μια γυναίκα να συλλάβει, η κατάσταση της άλλης μπορεί να αποτελέσει σημείο αναφοράς. Μια απλή λοίμωξη, η οποία εξελίχθηκε σε σαλπιγγίτιδα, μπορεί να προκαλέσει μόνιμη απόφραξη με επακόλουθη μετατροπή της σε υδροσάλπιγγα (όταν το αίμα συσσωρεύεται στη περιοχή της αποφραξης σχηματίζοντας ένα εξόγκωμα) ή σε πυοσάλπιγγα (όταν στο οίδημα που προκαλείται συσσωρεύεται πύον). Δεδομένου οτι η ροή αίματος ή του πύου εμποδίζεται από τη μια μερία λόγω της απόφραξης αναπόγευκτα η εισροή συσσωρεύεται παλινδρομικά στη μήτρα δημιουργώντας ένα εχθρικό περιβάλλο για την εμφύτευση του εμβρύου. Προσπάθειες να αποκατασταθεί η βατότητα των σαλπίγγων μέσω χειρουργικών επεμβάσεων, έχουν αποδειχθεί σαν προσωρινές λύσεις στο πρόβλημα καθώς η πιθανότητα δημιουργίας συμφύσεων σε σύντομο χρονικό διάστημα θεωρείται βέβαια. Η μόνη ουσιαστική λύση είναι η λαπαροσκοπική χειρουργική αφαίρεση.

Ovarian Endometrioma

Μια άλλη συνηθισμένη αιτία για την απόφραξη σαλπίγγων είναι η παρουσία ενδομητρίωσης. Αυτή η διαταραχή αναπτύσσεται όταν τα εξειδικευμένα κύτταρα του εσωτερικού τοιχώματος της μήτρας (ενδομήτριου) μεταναστεύουν (για λόγους που δεν έχουν απόλυτα διευκρινιστεί) και προσκολλώνται σε περιοχές έξω από την μήτρα. Ενώ τα όργανα της πυέλου είναι πιο πιθανό να επηρεαστούν, ενδομητρίωση μπορεί να αναπτυχθεί σε οποιοδήποτε εσωτερικό όργανο του γυναικείου οργανισμού. Το γεγονός ότι τα ενδομήτρια κύτταρα είναι υπό την επίδραση των ορμονικών αλλαγών, ανταποκρίνονται σαν να ήταν μέσα στην μήτρα προκαλώντας αιμορραγία και φλεγμονές στις περιοχές που επηρεάζονται. Η φλεγμονή η οποία επιδεινώνεται με τους διαδοχικούς κύκλους περιόδου μπορεί να προκαλέσει απόφραξη των σαλπιγγών, αλλά και συμφύσεις μεταξύ των διαφόρων οργάνων παρεμποδίζοντας την κανονική λειτουργικότητα τους.

Όταν τα ενδομήτρια κύτταρα εισβάλλουν στις ωοθήκες αλλοιώνουν ποιοτικά τα ωάρια κι επομένως η ενδεχόμενη γονιμοποίησή τους έχει σαν επακόλουθο την μειωμένη ποιότητα των εμβρύων και κατά συνέπεια, χαμηλές πιθανότητες εμφύτευσης και πρόωη απώλεια της κύησης. Η ενδομητρίωση ταξινομείται ως Ι και ΙΙ, όταν έχει διαγνωστεί ως επιφανειακή, ενώ οι τάξεις III και IV αντιπροσωπεύουν κυστική ενδομητρίωση ωοθηκών με συμφύσεις. Αν και τα συμπτώματα μπορεί να διαφέρουν ανάλογα με τη σοβαρότητα αυτής της κατάστασης τα άτομα τα οποια επηρεάζονται μπορεί να εμφανίσουν επώδυνους κύκλους περιόδου (δυσμηνόρροια), ιδιαίτερη δυσφορία κατά την επαφη, εκτενή όγκο και διάρκεια ροής αίματος κατά τη περίοδο. Η ψηλή ένδειξη του δείκτη CA125 στο αίμα μπορεί να σχετίζεται με την ενδομητρίωση, ενώ η ενδελεχής υπερηχογραφία μπορεί να είναι κατατοπιστική. Η πιο στοχευμένη διάγνωση πραγματοποιείται μέσω της διαγνωστικής λαπαροσκόπησης. Δυστυχώς η μόνη αποτελεσματική θεραπεία κατά της ενδομητρίωσης είναι η εξασφάλιση μιας επιτυχημένης εγκυμοσύνης. Συμβατικές θεραπείες όπως οι χειρουργικές επεμβάσεις αλλά και η χρήση φαρμακευτικών σκευασμάτων για την καταστολή της περιόδου, μπορούν να μετριάσουν τις δυσμενείς επιπτώσεις της ενδομητρίωσης.

Ενδομητρίωση μπορεί να αναπτυχθεί κι εντός της ίδιας της μήτρας, μια κατάσταση γνωστή ως αδενομύωση. Η μήτρα αποτελείται από τρία διάκριτα στρώματα: το ενδομήτριο, το οποίο αποτελεί το εσωτερικό μέρος και τη περιοχή εμφύτευσης του εμβρύου, το μεσαίο στρώμα (μυομήτριο), το οποίο είναι κατασκευασμένο από λείο μυ και καταλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος του όγκου της μήτρας, και μια εξωτερική λεπτή μεμβράνη, η οποία ονομάζεται ορογόνος χιτώνας που περιβάλλει το όργανο.

Αδενομύωση είναι η κατ’εξοχην παρουσία των αδενικών κύτταρων του ενδομήτριου μέσα στο μυϊκό τοίχωμα της μητρας. Απλούστερα, ο μυς της μήτρας διαχέεται μέσα στο ενδομήτριο το οποίο δεν μπορεί να οριοθετηθεί. Τα άτομα με αδενομύωση παρουσιζον συνηθέστερα και ενδομητρίωση με περιορισμένο δυναμικό εμφύτευσης, ενώ ο κίνδυνος αποβολής είναι σημαντικά αυξημένος, ακόμη και σε προχωρημένα στάδια της εγκυμοσύνης.

Η μήτρα μπορεί επίσης να επηρεάζεται από άλλους παράγοντας που μπορούν να θέσουν σε κίνδυνο την εμφύτευση του εμβρύου. Συνθήκες, όπως η υπερπλασία του ενδομητρίου, η ανάπτυξη συμφύσεων, πολυπόδων ή/και ινομυώματων στο ενδομητρίο, διαφραγματική ή δίκερη μήτρα ή μόλυνση στο εσωτερικό της μήτρας (ενδομητρίτιδα) επηρεάζουν αρνητικά τις πιθανότητες σύλληψης.

Aνοσολογικοί Παράγοντες

Κάθε οργανισμός έχει το δικό του ανοσολογικό σύστημα, ο σκοπός του οποίου είναι να τον προστατεύσει από ξένα σε αυτό σώματα που κυμαίνονται από απλά παθογόνα σε πολύπλοκους ιούς. Για λόγους που δεν έχουν ακόμη πλήρως διευκρινιστεί, το ανοσοποιητικό σύστημα για ένα μικρό αριθμό του γυναικείου πληθυσμού, αναγνωρίζει κι εξουδετερώνει την ανάπτυξη του εμβρύου σύντομα μετά από την εμφύτευσή του στη μήτρα, ή πριν ακόμη την ενσωμάτωσή του αυτή. Οι ακριβής μηχανισμοί που σχετίζονται με την αυτονάνοση υπογονιμότητα, (όπου το ίδιο σύστημα άμυσης του οργανισμού αντιδρά εναντίον κι απορρίπτει το έμβρυο σαν να είναι μια ξένη απειλή) είναι αμφιλεγόμενοι και δεν έχουν αποσαφηνιστεί επιστημονικά. Οι πιο εκτεταμένες μελέτες αναφέρονται σε μια ομάδα κυττάρων του ανοσοποιητικού συστήματος λεμφοκυττάρων και συγκεκριμένα στα φυσικά φονικά κύτταρα (ΝΚ). Ορισμένοι ερευνητές αδυνατούν να αποδεχθούν την ενδεχόμενη σχέση που έχουν αυτά τα είδη των κυττάρων στο έμβρυο κατά την εμφύτευση του, ενώ διαφωνία επίσης επικρατεί σχετικά με τις προτεινόμενες θεραπείες που σχετίζονται με την αντιμετώπιση τους. Είναι ωστόσο, αποδεκτό ότι μετά την ωορρηξία και κατά την έναρξη της διαδικασίας της σύλληψης, τα κύτταρα ΝΚ επηρεάζoυν αρνητικά περισσότερο από το 80% του αριθμού των λευκών αιμοσφαιρίων στην ενδομήτρια κοιλότητα. Τα κύτταρα ΝΚ είναι γνωστό ότι παράγουν ένα σύνολο μικρών πρωτεϊνών και συγκεκριμένα τις κυτοκίνες, οι οποίες διαταράσσουν τις αλληλεπιδράσεις και τα συστήματα επικοινωνίας των κυττάρων καθώς και τον τρόπο λειτουργιάς τους. Επικρατεί η αντίληψη ότι αυτή η ανισορροπία στη συγκέντρωση των κατοπινών ίσως να ευθύνεται για την αποτυχημένη εμφύτευση ενός εμβρύου και το δυναμικό μετεξέλιξης του. Αντισώματα έναντι του εμβρύου μπορεί να δημιουργήσουν και οι γυναίκες οι οποίες τεκνοποίησαν στο παρελθόν. Τι προκαλεί ακριβώς την αναγνώριση ενός εμβρύου ως εχθρικό και ποια τα αίτια ενεργοποίησης μηχανισμών απόρριψης του δεν έχουν επακριβώς επιβεβαιωθεί.

Η αύξηση στον αριθμό το ΝΚ συνοδεύεται με την παραγωγή των ακόλουθων τριών κατηγοριών αντισωμάτων:

(I) αντι-φωσφολιπιδίκα, (ii) αντιθυρεοειδικά και (iii) αντιωοθηκικά.

Ιδιαίτερη σημασία στη διερεύνηση της παρουσίας των ΝΚ κυττάρων και ειδικά της υποομάδας CD69 σε γυναίκες με ιστορικό καθ’εξιν αποβολών, είναι να διευκρινιστεί η αιτία που προκάλεσε τον αυξημένο πληθυσμό των κυττάρων αυτών. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η ενεργοποίηση των CD69, προκαλείται όχι μόνο από τα κύτταρα ΝΚ αλλά και από τα Τ λεμφοκύτταρα και Β κύτταρα (οι κύριοι ανοσολογικοί συντελεστές του ανοσοποιητικού συστήματος) ένεκα π.χ. κάποιας φλεγμονής . Από την άποψη αυτή η αυξημένη ένδειξη του δείκτη CD69 μπορεί να μην συνιστά αποτέλεσμα ενεργοποίησης των κυττάρων ΝΚ. Ένεκα αυτού του λόγου, μια αυξημένη ένδειξη στο πληθυσμό των CD69 κατά τη διάρκεια της αιματολογικής αξιολόγησης δεν είναι από μόνο του αρκετό να προβλέψει μια αυτοάνοση αντίδραση εν αντιθέση με μια βιοψία του ενδομητρίου που μπορεί να θεωρηθεί σαν το πιο χρήσιμο διαγνωστικό εργαλείο για τον καθορισμό της πιθανής συμμετοχής των ΝΚ κυττάρων.

Ένας δεύτερος τύπος ανοσο-αντίδρασης παρατηρείται όταν μια γυναίκα αναπτύσσει αντισώματα στην τραχηλική βλέννα δημιουργώντας ένα εχθρικό για τα σπερματοζωάρια περιβάλλον. Στην ουσία τα αντι-σπεραματικά αντισώματα στη γυναικά είναι μια ανοσολογική αντίδραση όπου εξειδικευμένα λευκά αιμοσφαίρια επιτίθενται στο σπέρμα αλλοιώνοντας την διείσδυσή τους από τον τράχηλο στη μήτρα. Σε αυτές τις περιπτώσεις οι αρνητικές επιπτώσεις των αντισωμάτων παρακάμπτονται μέσω της σπερματέγχυσης.